Ιστορικό

Πληθυσμός

Παραδόσεις
Ο Φόνος του Μαύρου
Εκκλησίες - Ιερείς
Τοπωνύμια
Νομές Νερού
ΣΠΕ Πρόοδος
Πεσόντες
Δολοφονηθέντες
Αγνοούμενοι
Απόλλων
Αυγερινός
Ελιόμυλος
Ανακοινώσεις
Ποιήματα
Φωτογραφίες
 
Ανακοινώσεις

Επικήδειος λόγος της κ. Έλενας Παυλίδου στην κηδεία του αγνοούμενου παππού της Σοφοκλή Ζερβού κοινοτάρχη του Νέου Χωρίου Κυθρέας στις 4 Νοεμβρίου 2014, εκκλησία Απ.Ανδρέα, Πλατύ Αγλαντζιάς

Αποχαιρετισμός στον παππού μου, Σοφοκλή Ζερβό.

Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για έναν άνθρωπο που δεν γνώρισες ποτέ. Δεν γνώρισα ποτέ τον παππού μου. Ήταν για μένα το πρόσωπο της μαυρόασπρης φωτογραφίας που στόλιζε το ράφι στο καθιστικό της μάνας. Το πρόσωπο που το συνόδευε πάντα ο τίτλος: «Ο αγνοούμενός μας». Και επειδή η μάνα μου ήξερε καλά πως οι άνθρωποι φεύγουν μόνο όταν τους ξεχνάς, φρόντιζε η μαυρόασπρη φωτογραφία να αποκτά φως και χρώμα. Φρόντιζε ο Σοφοκλής Ζερβός, ο γιος του Κωστή και της Ελένης, ο άνθρωπος που μας έδωσε αίμα και ταυτότητα, να ντύνεται με ζωή.

Έτσι, συχνά, τον έβλεπα λουσμένο στο βαθύ πράσινο, να αγναντεύει από μακριά τα λιόδεντρα του Νιοχώρκου που λικνίζονταν στο ανοιξιάτικο αγέρι, έχοντας γύρω του άπλετο και καθάριο το γαλάζιο του ουρανού. Άλλες φορές, παρουσιαζόταν μπροστά στα μάτια μου να σκορπίζει σπόρους  στο φρεσκοοργωμένο  χωράφι κάτω από τους σταχτιούς φθινοπωρινούς ουρανούς και το καλοκαίρι, τις μέρες του θέρους, να ξεπροβάλλει μέσα απ’ τους κάμπους πλημμυρισμένος από τις χρυσοκίτρινες πινελιές των σπαρτών της γης μας. Και όταν τον έβλεπα στ΄ αλώνια να κουβαλά τα γεννήματα, η μορφή του αποκτούσε αμέσως φως και λάμψη. Ήταν η ώρα της ανταμοιβής. Το ευλογημένο σιτάρι να οδηγείται στις αποθήκες του σπιτιού ή να παίρνει το δρόμο προς το μύλο για να γίνει αλεύρι για τον «άρτον τον επιούσιον» που θα ταΐσει την οικογένεια. Γυναίκα και τέσσερα παιδιά. Όλοι τους αφοσιωμένοι γύρω από την επιβλητική πατρική του φιγούρα που μπαινόβγαινε στο πλινθόκτιστο σπίτι με τον ηλιακό, την καμάρα και το ανώι και ακτινοβολούσε αγάπη.

Με ζωηρό και συνάμα ζεστό κόκκινο χρωματίζονταν στα μάτια μου οι αρετές του: η καλοσύνη του προς όλους, γνωστούς και αγνώστους, συγχωριανούς και ξένους, η γενναιοδωρία και η απλοχεριά του. Όλοι έχουν να πουν για την ηρεμία και το γέλιο του, τον καλό λόγο που είχε για τον καθένα, για την αισιοδοξία, την ευγένεια και την αρχοντιά του. Μια αρχοντιά που αναπηδούσε από τα έγκατα της ψυχής του δημιουργώντας γέφυρες και φιλίες, εμπνέοντας εμπιστοσύνη, σεβασμό και εκτίμηση.

Ο Σοφοκλής Ζερβός κατάφερε να αποκτήσει εκείνη την εσωτερική πληρότητα,  που του επέτρεπε να διατηρεί ζηλευτή ανθρώπινη αξιοπρέπεια˙ να μη φθονεί αλλά να μοιράζεται τη χαρά των άλλων, να μην καταδιώκει τους ανθρώπους, αλλά να τους συμπαραστέκεται, να ξεπερνά τις ανθρώπινες μικρότητες και να μένει αλώβητος απ’ αυτές, να μη διεκδικεί αλλά να προσφέρει.

Ένα ατέλειωτο δόσιμο ήταν η ζωή του μέχρι το τέλος. Το 1948, σε χρόνια δύσκολα, διορίζεται Κοινοτάρχης Νέου Χωρίου. Με όπλα του την ισχυρή αντιληπτικότητα, την εργατικότητα, το ήθος και την άκαμπτη επιμονή στην επίτευξη στόχων αγωνίζεται για την αναβάθμιση του χωριού και την πρόοδο των κατοίκων του.

Εμπλέκεται στα κοινά, συμμετέχοντας ως ιδρυτικό μέλος του Σωματείου «ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ – ΕΘΝΙΚΟΦΡΟΝΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ», καθώς και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας «ΠΡΟΟΔΟΣ».

Έχοντας έντονη την άποψη πως η παιδεία αποτελεί θεμέλιο της κοινωνίας και στήριγμα της προόδου και της ανάπτυξης των ανθρώπων και κατανοώντας ταυτόχρονα τις ανάγκες των καιρών, διατελεί από ιδρύσεως του Γυμνασίου Κυθραίας μέλος της Σχολικής Εφορείας Κυθραίας και εργάζεται άοκνα, συνταιριάζοντας τις αξίες και παραδόσεις μαζί με τις τότε καινούργιες απαιτήσεις και δεδομένα. Δημιουργικός, δραστήριος και φιλοπρόοδος αναμορφώνει το μικρό και χωρίς υποδομές χωριό μας δίνοντάς του πνοή και προοπτική, καθώς με δικές του προσπάθειές εγκαθίσται σύστημα υδροδότησης και ηλεκτρισμού και επιτυγχάνεται η ασφαλτόστρωση των δρόμων. Μπροστάρης και στην ίδρυση του ελαιοτριβείου του χωριού μας, της «Ελαιουργίας Νέου Χωρίου Κυθραίας και περιχώρων», καθώς και του αλευρόμυλου του χωριού.

Τη βοή του μύλου, την οσμή του σταριού και του αλεύρου, θα τα πάρει μαζί του, όταν το 1974 οι τουρκικές επεκτατικές βλέψεις έντυσαν το νησί μας στα μαύρα.

Έφυγες, παππού, και άφησες πίσω σου γυναίκα και παιδιά. Γιους που ανασκουμπώθηκαν να θεμελιώσουν τη νέα ζωή. Νέες κόρες, που εκείνες τις μαύρες μέρες κουβαλούσαν στα σπλάχνα τους τα δικά τους παιδιά, τα εγγόνια που δεν χάρηκες. Χρόνια σε αποζητούσαμε, παππού, για να ακούσεις το όνομά σου, όνομα πλέον των εγγονιών σου, να τα ζώσεις και να τα καπνίσεις τη μέρα του γάμου τους και να τους δώσεις την ευχή σου. Καρτερικά σε περιμέναμε για να καθίσεις παρέα μαζί μας στο τραπέζι των Χριστουγέννων, να μοιραστείς μαζί μας τη φλαούνα της Ανάστασης και το ζυμωμένο απ’ τα χέρια της γιαγιάς κουλούρι στην προσφυγιά. Σε περιμέναμε να δοξάσεις τον Άη Χαράλαμπο στη γιορτή του.

Κι ήρθες. Σαράντα χρόνια μετά. Διψασμένος απ’ το μακρύ δρόμο, γιατί αντί νερό, «χολή και όξος» σου ΄δωσαν να πιεις. Γύρισες κατάκοπος, γιατί είδες και έζησες πολλά. Τον εξευτελισμό, την αδικία, το «στέγνωμα της αγάπης», αναπάντητα γιατί, θαμμένα όνειρα, τρύπιες ελπίδες, σκουριασμένα ξημερώματα…

Ήρθες παππού. Ήσουν κοντά μας τις προάλλες, εκεί, στο Ανθρωπολογικό εργαστήριο στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, όπου προστρέξαμε όλοι, παιδιά και εγγόνια για να σε συναντήσουμε επιτέλους. Τα κόκαλά σου, λιγοστά και ταλαιπωρημένα, όσα απέμειναν μετά το μαρτυρικό σου θάνατο, κείτονταν δίπλα στο αναμμένο καντήλι, να πασκίζουν να σχηματίσουν τη λεβέντικη και περήφανη κορμοστασιά σου και την ίδια στιγμή να μας θυμίζουν τη συμφορά, την κατοχή μα και το χρέος για απελευθέρωση.

Με τρεμάμενα χέρια τα ακουμπήσαμε ευλαβικά και τα εναποθέσαμε σε ένα μικρό φέρετρο, να αναπαυθούν εν ειρήνη.

Τα ακουμπήσαμε γεμάτοι δέος και συγκίνηση για

«Να πάρουμε μια σταγόνα από το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα από το αίμα σου
να μπολιάσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα από το αίμα σου
να βάψουμε το δικό μας
να μη μπορέση πια ποτέ
να το ξεθωριάσει ο φόβος…»

Ήρθες παππού. Είσαι τώρα εδώ, ανάμεσα στην οικογένειά σου, στους συγγενείς και τους συγχωριανούς σου.
Μα θα φύγεις και πάλι. Όπως σου πρέπει αυτή τη φορά.
Μακάριο να ΄ναι το ταξίδι σου.
Καλό Παράδεισο παππού. Να μας στέλνεις τις ευχές σου από ψηλά και να αξιώνεις από Τον Κύριο να χαρίζει και σε μας το έλεος και τη μακαριότητά Του, που εσύ απολαμβάνεις ήδη...
Αιώνια να ΄ναι η μνήμη σου.