Ιστορικό

Πληθυσμός

Παραδόσεις
Ο Φόνος του Μαύρου
Εκκλησίες - Ιερείς
Τοπωνύμια
Νομές Νερού
ΣΠΕ Πρόοδος
Πεσόντες
Δολοφονηθέντες
Αγνοούμενοι
Απόλλων
Αυγερινός
Ελιόμυλος
Ανακοινώσεις
Ποιήματα
Φωτογραφίες
 
Ανακοινώσεις

Προσκύνημα - Θεία Λειτουργία στον Άγιο Χαράλαμπο του Κατεχόμενου Νέου Χωρίου Κυθρέας μετά από 42 χρόνια (14.2.2016)

Χρονικό της Δώρας Ανδρέου
Εκπαιδευτικού

 

Όταν το πληροφορήθηκα ενθουσιάστηκα. Θέλω να το ζήσω δίχως άλλο, σκέφτηκα και αμέσως κατάλαβα ότι δε γινόταν, γιατί στις 14 του Φλεβάρη είχα το μνημόσυνο. Μέρες τώρα το μυαλό μου γυρόφερνε στην τραγική εκείνη μέρα του 2010. Ήταν και τότε Κυριακή, Σήκωσες... και του Αγίου Βαλεντίνου, όλα μαζί σημαδιακά τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο σύζυγός μου. Περπατούσαμε δίπλα δίπλα, κάναμε τον περίπατό μας, όπως το συνηθίζαμε κάθε βράδυ, ερωτευμένοι με τη ζωή, μ’ό,τι κάναμε, ευτυχισμένοι με τα μικρά και καθημερινά, μέσα σε μια απίστευτη συντροφικότητα τώρα πια, με την ωριμότητα στη σχέση μας, δοκιμασμένη μέσα από τα 43 χρόνια του γάμου μας. Περπατούσα δίπλα του και νόμιζα ότι μου χάριζε τον κόσμο όλο...

Το τέλος μας βρήκε μεσοστρατίς... Έφυγε όρθιος, στιβαρός και περήφανος, έτσι όπως έζησε και εγώ έπρεπε να το αποδεχτώ, αφού το επέτρεψε ο Κύριος, και να βρώ το θάρρος και τη δύναμη να σηκωθώ, να σταθώ στα πόδια μου και να συνεχίσω τη ζωή μου... Έξι χρόνια πέρασαν από τότε. Η απώλεια απίστευτα οδυνηρή. Ευτυχώς οι μηχανισμοί προσαρμογής λειτούργησαν και στην περίπτωσή μου...

Άφησα τον πόνο μου σε μιαν άκρη της αυλής μου...

Άφησα τον πόνο μου σε μιαν άκρη της καρδιάς μου...

Και είπα: Τώρα πρέπει να ζώ, να χαίρομαι

και να δημιουργώ διπλά, και γι’αυτόν και για μένα...

Έτσι θα σκέφτομαι και έτσι θα πορεύομαι.

Και θάναι δίπλα μου, να με προστατεύει

και να με καθοδηγεί, για πάντα όσο ζω...

Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα, μια φίλη μου βρέθηκε και πάλι κοντά μου και μετά μια άλλη... και το αποφάσισα. Θα πήγαινα στο χωριό μου, στο Κατεχόμενο Νέο Χωρίο Κυθρέας και θα έκανα το μνημόσυνο του συζύγου μου στον Άγιο Χαράλαμπο, όπου θα γινόταν λειτουργία για πρώτη φορά μετά από 42 χρόνια. Ρίχτηκα στις ετοιμασίες όπως κάθε φορά, μα τώρα όλα φάνταζαν αλλιώτικα. Μια λαχτάρα πλημμύριζε την καρδιά μου, μια επιθυμία έντονη να βρεθώ στα άγια χώματα του χωριού μου, εκεί που πρωτοείδα το φως, εκεί που μεγάλωσα, στην αγκαλιά του Άη Χαράλαμπου. Είχα τη βεβαιότητα ότι εκεί θα συναντούσα συγγενείς και χωριανούς και γείτονες, μα και τους γονείς μου που έχουν φύγει από τη ζωή...

Το βράδυ πήγα στον εσπερινό στους Αγίους Πάντες στη Μακεδονίτισσα για να γράψω το μνημόσυνο του συζύγου μου και των γονιών μου, όπως έκανα κάθε φορά, τους ήθελα και τους τρεις μαζί να μνημονεύονται, ήταν ένα καθήκον που με γέμιζε αγαλλίαση όταν το επιτελούσα. Τοποθέτησα το πιάτο με τα κόλυβα και τα πρόσφορα κι έψαξα τον ιερέα της ενορίας μου, τον Πατέρα Κωνσταντίνο, μα έλειπε.

-Μπορεί να μην έρθει απόψε, μου είπε ένας κύριος της εκκλησιαστικής επιτροπής, αφού ήρθε ο Πατέρας Ξάνθος.

Με τον Πατέρα Κωνσταντίνο ένιωθα μια δυνατή σύνδεση, με στήριξε όταν ζούσα την απώλειά μου και με δυνάμωνε η παρουσία του στη ζωή μου αυτά τα έξι χρόνια. Τώρα έλειπε κι ένιωθα μόνη. Είχα όμως δίπλα μου την καλή μου Ειρηνούλα, την αδελφική μου φίλη από τα μαθητικά μας χρόνια. Παρούσα η Ειρηνούλα σ’ όλη την πορεία της ζωής μου να με συντροφεύει, να με ακούει, να με στηρίζει. Θείο δώρο η ύπαρξή της Ειρηνούλας σ’ όλα τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μου. Μαζί στο Γυμνάσιο Παλλουριώτισσας, συγκάτοικος στα φοιτητικά μας χρόνια στην Παιδαγωγική Ακαδημία και μετά συνάδελφοι στο διδασκαλικό επάγγελμα, φίλοι αγαπητοί και οι σύζυγοί μας, τίποτα δεν μπόρεσε να μας χωρίσει και εξακολουθεί να λειτουργεί ακόμα η ευλογία του Θεού να υπάρχουν στη ζωή μου οι άνθρωποι αυτοί.

Πρίν πάω για ύπνο έλεγξα αν όλα ήταν στη θέση τους. Τα κόλυβα στολισμένα στο δίσκο, η μυρωδάτη πανιχίδα που μου έφτιαξε η κα Ανδρούλα κομμένη στο πανέρι και τα κεραστικά όλα αραγμένα στο τραπέζι του σαλονιού θα ταξίδευαν την άλλη μέρα πρωί-πρωί για το κατεχόμενο χωριό μου. Αποκαμωμένη κοιμήθηκα και το μόνο που ήθελα ήταν να βρεθώ στο Νέο Χωρίο, να λειτουργηθώ και να μνημονεύσω τους δικούς μου στον Άγιο Χαράλαμπο.

Το πρωί ξεκινήσαμε στις 8:00 π.μ., αφού πήραμε μαζί μας και τη φίλη μου τη Βάντα Οικονόμου. Συνδέθηκα πιο πολύ μαζί της όταν έμεινα μόνη, η φιλία μας όμως χρονολογείται από τη δεκαετία του ’90, τότε που εργαζόμασταν στο Α’ Δημοτικό Σχολείο Μακεδονίτισσας, εγώ σαν απλή δασκάλα και η Βάντα σαν μουσικός. Εξαιρετικά καλλιεργημένη, υπέροχη πιανίστας, σωστός άνθρωπος, συνεργαστήκαμε δημιουργικά και παρουσιάσαμε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις επιπέδου, ιδιαίτερα όσον αφορά τους αγώνες της πατρίδας μας, τον πόνο της προσφυγιάς και τον πόθο για επιστροφή στα Τουρκοπατημένα μας μέρη.

Η φίλη μου η Μάρω με τους υπόλοιπους μας περίμεναν στο κατάστημά της στον Άγιο Δομέτιο. Οδηγούσε ο σύζυγός της ο Κωστάκης ο Λαμπρίας, μαζί και ο αδελφός του ο Σταύρος, η γυναίκα του η Ανδρούλα και η αδελφή τους η Ρένα Θράσου. Ο Κωστάκης μπροστά και εμείς από πίσω περάσαμε το οδόφραγμα χωρίς καθυστέρηση και μπήκαμε στα Κατεχόμενα. Ήταν η πρώτη φορά που οδηγούσε ο Ανδρέας και ένιωθε σχετική ανασφάλεια. Ευτυχώς η κίνηση ήταν λίγη, πρωί Κυριακής βλέπετε, κι έτσι δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, ήμασταν σταθερά πίσω από τον Κωστάκη. Βγήκαμε σε λίγο από τη Λευκωσία αφού περάσαμε από το μέρος με τις εξέδρες για τις παρελάσεις του Ψευδοκράτους. Προσπαθούσα να δώσω κάποιες πληροφορίες για τα μέρη απ’ όπου περνούσαμε.

-Είμαστε στα βορεινά προάστεια της Λευκωσίας, Τράχωνας, Νεάπολη, τώρα βλέπουμε στα δεξιά μας τη Μια Μηλιά.

Πολλά τα κτίσματα των Τούρκων, πολυκατοικίες στο βάθος, Βιομηχανίες και Εργοστάσια και Τράπεζες και μετά ένα τεράστιο τζαμί στο κομβικό σημείο της διαδρομής.

-Τι θέση έχει εδώ, σ’ αυτό το μέρος το τζαμί; απoρήσαμε.

Απίστευτα μεγάλο, με καμάρες ένα σωρό, θυμήθηκα την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη. Για ποιούς προορίζεται άραγε, έτσι εκτός πόλεως ένα τέτοιο τζαμί;

Αποσύραμε τη ματιά μας γρήγορα, δεν το μπορούσαμε!

Ο ήλιος μας καλημέριζε δειλά-δειλά ανάμεσα στην πρωινή καταχνιά κι άφησε να διαγραφεί η κορυφογραμμή του Πενταδάχτυλου σ’ όλο της το μήκος. Η ματιά μας και μαζί τα σωθικά μας γέμισαν άξαφνα απ’ την παρουσία του βουνού. Ήμασταν δίπλα του, σχεδόν το αγγίζαμε, αυτή την αίσθηση έφερα μαζί μου εκείνη την αποφράδα μέρα του φευγιού μας, το 1974.

Άνοιγες το παράθυρο κι αντίκρυζες τα 100 σπίτια της Ρήγαινας

κι αυτήν να σ’ αγνατεύει από το κάστρο της...

Άπλωνες το χέρι σου κι άδραχνες στη φούχτα σου

του Διγενή τ’ Ακρίτα τ’ αχνάρια...

-Ερχόμαστε στη Χάρη Σου, Άγιε μου Χαράλαμπε, άκουσα τη φωνή μου να ψιθυρίζει.

Είδαμε τις πινακίδες με την ονομασία του χωριού μας στα τούρκικα Μιναρολογιούκιογιου, δηλαδή Χωριό του μιναρέ.

Ο κάμπος απλωνόταν μπροστά μας, απέραντος κάμπος όσο έφτανε η ματιά μας, καταπράσινος, δροσάτος, λουλουδάτος, μια άπλα, μια απίστευτη ομορφιά. Όλα έλαμπαν, μου φάνηκε η Πλάση όλη γιόρταζε, σαν να μας καλωσόριζε προαναγγέλλοντάς μας την επιστροφή... την απελευθέρωση!

Φτάσαμε στα πρώτα σπίτια του χωριού, μα δεν τα αναγνώριζα. Δυο-τρεις άλλες φορές που ήρθα μπήκαμε στο χωριό από το Τραχώνι, τώρα ο Κωστάκης μας έφερε από το συντόμι, είπε αργότερα, ήθελε να δει τα κτήματά του.

Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο μ’ όλα τα συμπράγκαλά μας, η Μάρω και η Βάντα με βοήθησαν, νάναι καλά, οι άλλες κυρίες ανάλαβαν τα κεραστικά και ο Ανδρέας μου προχώρησε να βρεί κάπου ν’αφήσει το αυτοκίνητο. Δε σκέφτηκα καθόλου ότι πρώτη φορά βρισκόταν σ’ αυτό το μέρος του χωριού, τότε που τον φέραμε, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, πήγαμε να δούμε το σπίτι μας... και φύγαμε απογοητευμένοι γιατί μας έδιωξαν οι Τούρκοι στρατιώτες. Τώρα ξέχασα τους Τούρκους στρατιώτες, ξέχασα ότι το χωριό μας είναι ακόμα Κατεχόμενο, μέσα μου το ένιωθα ελεύθερο και εγώ ήμουν γεμάτη χαρά καθώς αντάμωνα με τους χωριανούς που μπουλούκια-μπουλούκια κατευθυνόμαστε προς την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους. Αγκαλιές, φιλιά, πολλοί οι χωριανοί που μας χαμογελούν, που μας μιλούν με αγάπη... δυο άντρες τρέχουν προς το μέρος μας μόλις με είδαν.

-Η κυρία Δώρα, η δασκάλα μας!

Αναγνώρισα τον Ιωνά κι έπεσα στην αγκαλιά του, νάτος κι ο αδελφός του ο Μιχάλης, καινούργιες αγκαλιές και φιλιά...

Τους θυμήθηκα πιτσιρίκια, δεν έφευγαν από την αυλή μας.

Μπήκαμε στο προαύλιο της εκκλησίας. Στα δεξιά το οίκημα, όπου έκανα ΟΧΕΝ στα κορίτσια του Γυμνασίου. Η ματιά μου το αγκαλιάζει νοσταλγικά. Εδώ άφησα τα νιάτα μου, εδώ άφησα την καρδιά μου...

Μια απέραντη θλίψη με κυρίεψε καθώς αντίκρυσα την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους. Ξανάρθα και πόνεσα πολύ, μα τώρα ο πόνος είναι περίσσιος. Τότε η ερήμωση ταίριαζε μ’ όλο το σκηνικό του χωριού, παντού ερημιά και εγκατάλειψη. Τώρα εδώ βρίσκονται οι χωριανοί, κόσμος και κοσμάκης, ήρθαν και από το εξωτερικό να λειτουργηθούν στον Άγιο Χαράλαμπο, να δουν το χωριό μας. Ούτε καρφίτσα δεν πέφτει στο εσωτερικό της εκκλησίας. Και έξω συνεχώς καταφθάνουν προσκυνητές, μέχρι και από το Νέο Χωρίο της Πάφου με το οποίο διδυμοποίηθηκε το χωριό μας εδώ και χρόνια. Απίστευτη αντίθεση δημιουργεί το πολύβουο πλήθος μέσα στην εγκαταλειμμένη εκκλησία και το γύρω χώρο. Κλαίνε και γελούν μαζί που αξιώθηκαν να βρεθούν στη Χάρη Του μετά από 42 χρόνια.

Εμείς προωθούμαστε μπροστά με τα κόλυβα και το πανέρι με την πανιχίδα. Με δυσκολία ανάψαμε τις λαμπάδες που έφερε η Μάρω και έδωσα τα κεριά, γιατί δε γινόταν να κάμω διαφορετικά. Σκέφτομαι ότι κάτω από τις δοσμένες συνθήκες ο Κύριος θα είναι επιεικής και συγκεντρώνομαι στη θεία λειτουργία, κοιτώντας το άδειο τέμπλο της εκκλησίας. Τρεις εικόνες τοποθετήθηκαν μπροστά, φερμένες από την Αρχιεπισκοπή. Ο Άγιος Χαράλαμπος μας κοιτάζει κατάματα, σαν να μην το πιστεύει αυτό που ζει σήμερα στην εκκλησία του, στο Νέο Χωρίο Κυθρέας. Προΐσταται της θείας λειτουργίας ο Επίσκοπος Μεσαορίας Γρηγόριος, στεντόρεια η φωνή του, ψάλλει και υμνεί τον Κύριο, προτρέπει τον κόσμο να μετέχει στους ύμνους, ψάλλει τα τροπάρια των Αγίων μας, Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου, Τιμίου Ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου και Νικολάου Αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας, καλύπτει όλους τους Αγίους που γιόρταζε το χωριό μας και εξηγεί τη σημασία και το συμβολισμό των διαδραματιζομένων. Ανάταση ψυχών, δέος, βαθιά πίστη στην Πρόνοια του Θεού... Συνεπαίρνει το εκκλησίασμα ο Άγιος Μεσαορίας, δείχνει συγκλονισμένος, δυο φορές δεν τα καταφέρνει να κρύψει τη συγκίνησή του, η φωνή του ραγίζει, τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα... Βαριά αποστολή, ιστορική, έτσι υπήρξαν πάντα οι Ιεράρχες του Έθνους, Πρωτοστάτες στους αγώνες, Πρωτομάρτυρες της Λευτεριάς. Βαριά, λοιπόν, η αποστολή σας, Άγιοι Επίσκοποι κι ακόμα πιο βαριά η κληρονομιά που σας άφησαν οι Προκάτοχοί σας. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός σας οδηγεί κι αυτό είναι το χρέος σας και το επιτελείτε στο ακέραιο. Ο Πολυχρονισμός του Αρχιεπισκόπου ακούγεται πιο επιτακτικός έτσι καθώς ψάλλει όλος ο κόσμος. Ο Κύριος να σας δυναμώνει και να σας χαρίζει χρόνια, το ταλαιπωρημένο ποιμνιό σας σας έχει τόση ανάγκη!

Πώς τα καταφέρνω και στέκομαι όρθια τόση ώρα, απορώ με τον εαυτό μου κι όλο κοιτώ το γυμνό και σπασμένο τέμπλο και μέσα μου φαντάζει όπως ήταν τότε που ζούσαμε στο χωριό, πριν έρθουν οι Τούρκοι. Οι εικόνες των Αγίων αραγμένες η μια δίπλα στην άλλη και το σκαλιστό εικονοστάσι του Αγίου Χαραλάμπους, με το σκούρο βερνίκι να λάμπει στο φως των κεριών και των λαμπάδων. Από τη γυμνή ωραία πύλη βλέπω τον Πατέρα Διομήδη, τον ιερέα του χωριού μας, ο Χριστός ζωγραφιστός στα νιάτα του, μετέχει κι αυτός στη θεία λειτουργία, μα δυσκολεύεται, ο χρόνος βλέπετε δε χαρίζεται σε κανένα. Θυμάμαι τη συνεργασία μας τότε που ήμουν δασκάλα στο χωριό μας, τα έξι τελευταία χρόνια πριν την τουρκική εισβολή. Έκανα τα Κατηχητικά στο σχολείο μετά το τέλος των μαθημάτων και κάθε Σάββατο την ΟΧΕΝ και πήγαινα μαζί του και στις Συνεδριάσεις στην Κυθρέα, όταν ερχόταν ο Χωροεπίσκοπος Κωνσταντίας ο κύριος Παυλίδης που ήταν υπεύθυνος για τη Θρησκευτική Διαφώτιση. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό του Πατέρα Διομίδη όταν έψαλλε ο σύζυγός μου. Στεκόταν στο αριστερό ψαλτήρι, εδώ που τώρα έβαλαν ένα τραπέζι και εναποθέσαμε πάνω του τα κόλυβά μας. Τα πρόσφορα είναι τόσα πολλά που τα στοίβασαν στη γωνία του τοίχου, δίπλα από το τραπέζι.

Ξαφνικά μια γνωστή φωνή ακούγεται από το ιερό και προβάλλει στην ωραία πύλη ο Πατέρας Κωνσταντίνος. Μου φαίνεται απίστευτο, γυρίζω και συναντώ τη ματιά της Βάντας, μου χαμογελά...΄Ολα σήμερα είναι σημαδιακά, το μνημόσυνο στον Άγιο Χαράλαμπο την ίδια μέρα που έφυγε ο αγαπημένος μου, Κυριακή 14/02, εδώ στον Άγιο Χαράλαμπο του χωριού μου όπου έψαλλε, η παρουσία των συγγενών, των χωριανών, των φίλων, μαζί και ο Πατέρας Διομήδης και ο Πατέρας Κωνσταντίνος να συλλειτουργούν με τον Άγιο Μεσαορίας, αυτόν το Φωτισμένο, το Φλογερό Δεσπότη, όλα αυτά κάτι σημαίνουν το δίχως άλλο, κάτι ξεκινά σήμερα απ’ εδώ, μια συνέργεια, ένα μάζεμα δυνάμεων που συγκλίνουν προς κάτι καθοριστικό...

-Θεέ μου, κάνε το θαύμα Σου.

Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ στη θεία λειτουργία έτσι καθώς οι στίχοι του Ρίτσου με συνεπαίρνουν:

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές

κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου

και μες τους λάκκους που’σκαψαν οι οβίδες

φυτεύουμε δένδρα

και στις καρδιές που’καψε η πυρκαγιά

δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα

και οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους

και να κοιμηθούν δίχως παράπονο,

ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,

είναι η Ειρήνη...

Αβίαστα βγαίνουν απ’ τη μνήμη τόσα βιώματα εδώ σ’ αυτόν τον άγιο χώρο, σημείο αναφοράς για τη θρησκευτική και την κοινωνική ζωή του χωριού μας, τότε που ήταν ειρήνη. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή στολίζαμε τον Επιτάφιο με χίλια μύρια λούλουδα που έφερναν στην εκκλησία οι γυναίκες του χωριού κομμένα απ΄τους κήπους τους. Εκείνα τα χρόνια έψαλλε στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους ο γείτονάς μας ο δάσκαλος, ο κ. Γεώργιος Λέβας. Η παρουσία του επιβλητική και η φωνή του ανεπανάληπτη! Έψαλλε με ύφος στομφώδες και όταν ερχόταν η σειρά του «Άρατε Πύλας» απογείωνε το εκκλησίασμα. Εμπειρία ζωής με συνοδεύει από τότε η στεντόρεια φωνή του κ. Λέβα. Η μικρή μου αδελφή, η Ανδρούλλα έμενε όλο το βράδυ στην εκκλησία, εγώ δεν το άντεχα. Διάβαζε ευχές στις γριές μέχρι τα ξημερώματα, φυλάγοντας τον αποθαμένο Χριστό, ώσπου η καμπάνα να κτυπήσει το Σάββατο το πρωί την Πρώτη Ανάσταση. Θυμάμαι, καθώς διασχίζαμε το διάδρομο στο προαύλιο το βράδυ της Ανάστασης η λαμπρατζιά φλόγιζε όλη την πλατεία και εγώ πετούσα το «μάρτη» που είχα στο χέρι, μη με κάψει ο ήλιος.

Στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Χαραλάμπους, στα αριστερά ήταν το παγκάρι. Σήμα κατατεθέν ο κ. Χριστοφής ο Βακανάς, ο πατέρας της συναδέλφου μου κυρίας Μαρίας Βακανά-Νικολαϊδου, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, βαθιά η πίστη του και συνεχής η παρουσία και η βοήθειά του στην εκκλησία του χωριού μας. Προχωρούσα ν’ ανάψω το κερί μου και αγωνιζόμουν να κρατήσω το χέρι μου σταθερό καθώς το τοποθετούσα στον κηροστάτη. Λόγω της πρόωρης ανάπτυξής μου, ήμουν 1,73 cm από τα έντεκά μου χρόνια, ντροπαλή και συνεσταλμένη στεκόμουν λυγίζοντας το ένα μου γόνατο, ίσως έτσι έχανα λίγο από το ύψος μου και περίμενα ν’ ακούσω τη φωνή της γιαγιάς της Ιουλιανής, ήταν στην πραγματικότητα μια από τις αδελφές της γιαγιάς μου της Ελεγγούς του Μένοικου. Ανυπομονούσα να με φωνάξει κοντά της για να καθίσω στο σκάμνο της, γιατί ζαλιζόμουν όταν έμενα όρθια και έπρεπε να προλάβω να βγώ έξω, να μου δώσει ο καθαρός αέρας, να μου περάσει η ζάλη...

Στα χρόνια που εργαζόμουν δασκάλα στο χωριό μου δε με φώναζε πια η γιαγιά η Ιουλιανή και στεκόμουν χωρίς να ζαλίζομαι. Μπροστά στο εικονοστάσι είπα και την ομιλία για τους Τρεις Ιεράρχες. Τότε ήταν που έμαθα πιο καλά τις γειτονιές και τους ανθρώπους του χωριού μου, τους αγάπησα και τους έκλεισα στην καρδιά μου όλα αυτά τα 42 χρόνια της προσφυγιάς. Πολλούς δεν τους είδα σήμερα και στην αρχή σκέφτηκα γιατί δεν ήρθαν, γιατί; Μετά συνειδητοποίησα ότι πολλοί δε θα’ ναι πια στη ζωή, πέρασαν τέσσερις δεκαετίες, είπα μέσα μου και μια ανατριχίλα με διαπέρασε...

Ο Άγιος Μεσαορίας μας απήυθυνε το λόγο. Μας μίλησε για την πρόνοια του Θεού να βρεθούμε σήμερα και να λειτουργηθούμε στην ερημωμένη εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους. Τόνισε ο Επίσκοπος Μεσαορίας ότι η σημερινή μέρα μας αξίωσε να γίνουμε κοινωνοί «πνευματικής αναψυχής, η οποία δεν περιγράφεται και ούτε καθορίζεται με ανθρώπινα λόγια. Βιώνεται με σιωπή και προσευχή και απέραντη ευγνωμοσύνη στην Πρόνοια του Θεού». Μας σύστησε να έχουμε πίστη στο Θεό και δε θα μας ξεχάσει, θα μας αξιώσει να γυρίσουμε πίσω στα Τουρκοπατημένα μας μέρη. Η συγκίνηση τον πνίγει, βουρκώνει ο Δεσπότης και μας συνεπαίρνει. Ας είναι ευλογημένος ο Κύριος που μας έδωσε τη δύναμη να οδηγήσουμε σήμερα τα βήματά μας εδώ στο Κατεχόμενο χωριό μας και να βιώσουμε τη Χάρη Του στον Άγιο Χαράλαμπο του Νέου Χωρίου Κυθρέας. Ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία ζωής και θα μας συνοδεύει πάντα, μέχρι να έρθει το πλήρωμα του χρόνου και να γυρίσουμε στα μέρη που μας γέννησαν, γιατί εδώ ανήκουμε.

Γεννήθηκα στο χώμα τούτο,

το βρεμένο κάματο κι αγάπη.

Έτυχε νάναι τα χρόνια δίσεκτα,

πόλεμοι, σκοτωμοί, ξεσπιτωμοί.

Τραυματισμένος ο τόπος..

Τραυματισμένος ο καιρός...

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,

γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες,

γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη...

Άγια Γη μου,

γιατί σου στέρησαν το φως, το πέλαγο, την αγάπη!

Ανυπομονούμε τώρα που τελειώσαμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα, δώσαμε τα κόλυβα και τα κομμάτια της πανιχίδας, κεράστηκαν οι χωριανοί, όλη η γειτονιά μας θυμήθηκε το Λοϊζο, ο θείος ο Θεράπων έλεγε τα καλύτερα για το σύζυγό μου, πολλή η συγκίνηση... πολλή κι η αγάπη. Οι κυρίες κερνούν τους πάντες. Βλέπω τον Κοινοτάρχη μας τον κ. Κώστα Ζερβό και τους άλλους κυρίους του Κοινοτικού Συμβουλίου, όλοι επί ποδός, βοηθούν και συνδράμουν όπως μπορούν.

-Να βρεθούμε στο πατρικό της μάμας σου, είπε ο Κωστάκης στον Ανδρέα και ξεκινήσαμε με τ’ αυτοκίνητά μας. Ο κόσμος ξεχύθηκε παντού, στις γειτονιές, στους καφενέδες, κόσμος πολύς. Το χωριό ζωντάνεψε σαν τότε.

Τις Κυριακές, τα δειλινά

χαρές, φωνές, λουλούδια.

Κυνηγητά στις γειτονιές,

κάθε χαράς τραγούδια...

Η χαρά δε θέλει πολλά,

φτάνει ένα χαιρέτισμα

βγαλμένο απ’ την καρδιά,

ένα κάλεσμα στη ραντισμένη αυλή,

ένα γλυκό κιτρόμηλο,

ένας γλυκός λόγος...

Διασχίζαμε τον κύριο δρόμο αργά-αργά, χαιρετώντας καθώς αναγνωρίζαμε πρόσωπα και σπίτια και φτάσαμε στη στενή πάροδο για το πατρικό μου. Κάποια σπίτια στη γειτονιά μου ήταν σε καλή κατάσταση, περιποιημένα, μια γυναίκα άνοιξε το κάγκελο στην είσοδο του σπιτιού της Χρυσταλλούς του Στέλιου που είχε το πράσινο λεωφορείο. Δίπλα της κόρης τους της Καιτούλας το νεόκτιστο σπίτι έμοιζε ζούγκλα, την άλλη φορά που ήρθαμε εδώ μου έκαναν εντύπωση οι πολλοί γάτοι που είδα γύρω-γύρω στις βεράντες του σπιτιού. Το πατρικό μου έλειπε, το ήξερα ότι το γκρέμισαν κι έκαναν το χώρο μπαξέ. Φαινόταν στο βάθος το σπίτι της αδελφής μου της Μαρούλας που παντρεύτηκε στις 14 Ιουλίου 1974, ήταν ο τελευταίος γάμος στο χωριό μας, μαζί και μιας άλλης ξαδέλφης μας την ίδια μέρα στον Άγιο Χαράλαμπο, είπε ο γαμπρός μου ο Προκόπης. Έκαναν και πέρκολα επεκτείνοντας τη βεράντα, να και η πισινούλα και το γκαράζ κι ο μπαξές δροσερός, πρέπει να έβγαλαν διάτρηση. Απέναντι από το άφαντο πατρικό μου το σπίτι της Ανδριανούς του Λόντου, ακατοίκητο, μέσα στο σάβανο του χρόνου. Σκέφτηκα ότι δεν ήθελα να δω σ’ αυτή την κατάσταση το πατρικό μου, καλύτερα που δεν υπάρχει. Μόνο που έτσι δεν υπάρχει και η περίπτωση να βρω τη φωτογραφία που κράτησα στην καρδιά μου και την κουβαλώ τόσα χρόνια στη μνήμη μου. Αν μούλεγε κάποιος τί θάθελα να πάρω μαζί μου όταν έφυγα το 1974, θα τούλεγα «τη φωτογραφία μου». Απεικόνιζε τους γονείς μου, ο πατέρας μου ντυμένος με τη στρατιωτική του στολή, φαίνεται ήταν τότε που γύρισε από το μέτωπο, πολέμησε στην Ιταλία με τον Αγγλικό στρατό. Δίπλα του στεκόταν η μητέρα μου, νεαρή κοπέλα που κρατούσε εμένα από τα χεράκια μου, προστατευτικά ενώ πατούσα τα ποδαράκια μου σ’ ένα άσπρο, ψηλό τραπεζάκι εποχής σε σχήμα στρογγυλό. Ήμουν δεν ήμουν ενός χρονού, κοριτσάκι χαριτωμένο, γελαστό, ευτυχισμένο, πολύ περιποιημένο μέσα σ’ ένα κάτασπρο σουρωτό φορεματάκι. Η φωτογραφία ήταν τρέλλα, πολύ επιτυχημένη και εγώ την αγαπούσα.

Θυμάμαι τις ιστορίες που μου διηγιόταν η μητέρα μου, όταν τέλειωσε ο πόλεμος το 1944 οι γυναίκες έκαναν διαδηλώσεις στη Λευκωσία και ζητούσαν την επιστροφή των ανδρών τους από την Αγγλική Κυβέρνηση.

-Θέλουμε τους αντράδες μας, θέλουμε τους αντράδες μας, φώναζαν.

Κι όταν ο πατέρας γύρισε, έβγαλαν κι αυτήν την οικογενειακή φωτογραφία για ενθύμιο.

Η παρέα είχε ήδη προχωρήσει, βιαστήκαμε να τους συναντήσουμε. Περάσαμε μπροστά από το σπίτι του κ. Κίκη και της κας Χαρίτας Λαμπρία. Προηγουμένως στην εκκλησία συνάντησα όλα τα παιδιά της οικογένειας, τη Λένια, τη Μάρω, τη Ρένα και το Χρίστο. Έλειπε ο συμμαθητής μου ο Κωστάκης, ο μεγάλος γιος, έπεσε στην Αμμόχωστο, εδώ όμως είναι το πνεύμα του, και εμείς όλοι οι Νεοχωρίτες είμαστε περήφανοι για τη θυσία του και του Κώστα Λαμπρία και όλων των άλλων ηρώων του χωριού μας. Όλοι βρέθηκαν σήμερα εδώ, λειτουργήθηκαν στον Άγιο Χαράλαμπο και σεργιανίζουν τώρα μαζί μας στα δρομάκια και στα στενά του Νέου Χωρίου Κυθρέας. Όλοι εδώ σκοτωμένοι και αγνοούμενοι είναι ανάμεσά μας σήμερα... Το σπίτι της κας Χαρίτας έχει τα χάλια του κι ο ελαιώνας που κατέληγε στο σταυροδρόμι ξεριζώθηκε και διαμορφώθηκε σε πλατεία. Η βρύση απομακρύνθηκε και το ελαιοτριβείο δεν το αναγνωρίζω πια, κάτι καινούρια, άγνωστά μας κτίσματα βρίσκονται εδώ κι απέναντι εκεί που ήταν το σπίτι του Κώστα του Αθανασιάδη, είναι τώρα το καφενείο όπου βρίσκουμε την παρέα μας κι άλλους χωριανούς. Εδώ έπεσε βόμβα, έμαθα αργότερα. Πίνουμε κι εμείς καφέ, κερασμένο από τον Κωστάκη, αισθάνομαι όμορφα με τους παλιούς γείτονες, ζω την κάθε στιγμή έντονα, η ματιά ταξιδεύει ένα γύρο, θέλω να τα κλείσω όλα στην καρδιά μου, κάποια ίδια όπως τότε, κάποια αλλαγμένα, ξένα, όμως εδώ είναι οι ρίζες μας, αυτά είναι τα χώματά που μας μεγάλωσαν, είναι δικά μας όσα χρόνια και καιροί κι αν περάσουν...

Ξαφνικά σηκώνομαι, νιώθω ανάλαφρη, θέλω να περπατήσω να πάω στο σπίτι μου. Μ’ ακολουθούν η Βάντα και ο Ανδρέας μου. Παίρνουμε το δρόμο προς την Κυθρέα, στα βόρεια από το σταυροδρόμι. Ο δρόμος πλατύς, ασφαλτοστρωμένος διαγραφόταν καμπυλωτός καθώς οι όχθες δεξιά κι αριστερά ήταν στρωμένες με το παχύ, πράσινο χαλί που μόνο η Τέχνη η απαράμιλλη της Μάνας Γης μπορεί να υφάνει. Στη γωνία το σπίτι της Ουρανίας και του Πέτρου, ήμασταν φίλοι και γείτονες, τα παιδιά τους ήταν μαθητές μου και η φιλική μας σχέση λειτουργεί και σήμερα. Και μετά ένα σωρό περιβόλια και ελαιώνες, στην άλλη μεριά το σπίτι της Ευανθίας, στο βάθος το σπίτι του Πατέρα Διομήδη. Παντού πράσινο, τούφες το χορτάρι στις όχθες των ρυακιών, δεξιά και αριστερά του δρόμου και λουλουδικά ένα σωρό. Αφήνοντας πίσω μας τα τελευταία ξεμοναχιασμένα σπίτια του χωριού μας τραβούμε ίσια εγώ, η Βάντα κι ο Ανδρέας και φτάνουμε στο σημείο όπου τελειώνουν τα χώματα του Νέου Χωρίου και αρχίζουν τα χώματα της Κυθρέας. Αυτό το μέρος ήταν για μένα το πιο γοητευτικό, ασκούσε στην ψυχή μου μια βαθιά σαγήνη που έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα τη ζωή μου...

Εδώ σταματάμε, πρέπει να σταματήσουμε, τελειώνει η διαδρομή, η πύλη του στρατοπέδου βρίσκεται απέναντί μας, λένε ότι είναι το μεγαλύτερο στρατόπεδο των Τούρκων στα Κατεχόμενα εδάφη μας. Μας βλέπουν οι Τούρκοι στρατιώτες μέσα και έξω από το φυλάκιό τους στη γωνία, δίπλα από το σπίτι της Ρούλας του Τσιάρρη.

Και μεις πήραμε φόρα.. πώς κρατιόμαστε τώρα έτσι ανάλαφρα που περπατούσαμε και οι τρεις μας... Τους κοιτάμε... και μας κοιτούν. Μιλούν μεταξύ τους, κρατούν όπλα στα χέρια τους, φαίνονται θορυβυμένοι... Η ματιά μου προσπαθεί να διεισδύσει μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων, σε πολύ κοντινή απόσταση, λίγο πιο κάτω είναι το σπίτι μας. Ζήσαμε μόνο έξι μήνες και μετά φύγαμε κυνηγημένοι απ’ τους Αττίλες. Τους είδαμε που έπεφταν με τα αλεξίπτωτά τους εκείνο το πρωινό της 15ης Αυγούστου 1974. Κι εγκαταλείψαμε αυτόν τον Παράδεισο για να σώσουμε τις ζωές μας.

-Θέλουμε να δούμε το σπίτι μας, ακούω τη Βάντα να φωνάζει στους Τούρκους στρατιώτες. Μας δείχνουν με τα χέρια «Φύγετε»...

Τους κοιτώ, παίρνω βαθιές ανάσες, ανοίγω όσο μπορώ τα μάτια μου, θέλω αυτή η στιγμή να κρατήσει πολύ, να γίνει αιωνιότητα...θέλω να τη ζήσω μ’ όλες μου τις αισθήσεις και να την κλείσω στην ψυχή μου, να την πάρω μαζί μου για φυλακτό. Τα πρώτα χρόνια ερχόμουν εδώ στ’ όνειρό μου, μου συνέβαινε συχνά... μετά ηρέμησα. Δυο φορές που ήρθα, όταν ζούσε ο σύζυγός μου, μας έδιωξαν κι ούτε που κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο, σήμερα είναι αλλιώτικα ήρθαμε περπατητοί, νιώσαμε τη γη μας σε άμεση επαφή μαζί μας. Και στρίβουμε στην πάροδο για το σπίτι του κ. Κορέλλη, το υπέροχο πετρόκτιστο εποχής που το γκρέμισαν κι αυτό οι Τούρκοι. Η γη καταπράσινη, τα δένδρα φουντωμένα, λεμονιές και πορτοκαλιές από τη μια, ελιές και συκιές από την άλλη, ένα σπίτι σε πολύ καλή κατάσταση, κατοικημένο, ένα-δυο παιδάκια στην αυλή και το αυτοκίνητο στο γκαράζ. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στο χωριό μας Τουρκοκύπριοι από το χωριό Βρέτσια, μετά πολλοί απ’ αυτούς μετανάστευσαν στο εξωτερικό, αφού πούλησαν τα σπίτια τους στους έποικους. Μια άλλη πληροφορία που έμαθα είναι ότι αρκετά σπίτια τα γκρέμισαν οι Τουρκοκύπριοι, όταν ήρθαν στο χωριό μας, για να μην κατοικηθούν από έποικους.

Κοιτάμε μια δεξιά και μια αριστερά και προχωράμε, δε φοβόμαστε, ζούμε την εμπειρία του να βρισκόμαστε στο χωριό μας και συνεπαίρνουμε και τη Βάντα που κατάγεται από την Πάφο και χαίρεται που ζει μαζί μας αυτή την ανεπανάληπτη εμπειρία, πρώτα την ευλογία να λειτουργηθούμε στον Άγιο Χαράλαμπο και τώρα όλο αυτό που βιώνουμε εδώ.

-Μα αυτός ο τόπος έχει άλλες μυρωδιές, είπε άξαφνα ο Ανδρέας. Κι έκανε μια χαρακτηριστική κίνηση, οσφραινόμενος την ατμόσφαιρα.

-Μυρίζει πολύ όμορφα εδώ, επέμενε.

Και η Βάντα που της αρέσουν τα μεταφυσικά πρόσθεσε:

-Είναι άλλη η ενέργεια του χώρου.

Χάρηκα πολύ που άρεσε στον Ανδρέα μου το χωριό μας. Ο ενθουσιασμός του φέρνει στα χείλη μου τους στίχους από τα χρόνια της έμπνευσης.

Τραγουδώ την Πατρίδα μου

κι η ψυχή μου φωτίζεται

Χίλια, μύρια χρώματα,

ήχοι χαρούμενοι,

δοξαριού ήχοι...

Πεύκα κι ελιές,

λιθάρια και χώματα,

βουνά κι ακρογιαλιές...

Άγια Γης της Κύπρου,

Ορίζοντες γαλανοί, αγαπημένοι

σας χαιρετώ!

Περάσαμε κι από τις γειτονιές των παιδικών μου χρόνων, θείες και ξαδέλφια από τη μια μεριά του δρόμου και πιο κάτω το σπίτι του φίλου μας του Γιώργου του Γιαζού, που έφυγε από τη ζωή πριν λίγες μέρες. Συναντιόμαστε με το θείο το Σάββα το Φελλά, τη γυναίκα του την Αρτεμού, το γιο του το γιατρό τον Ανδρέα το Φελλά και την κόρη του την Έλλη Ελευθεριάδου. Ο θείος ο Σάββας, ο μόνος εν ζωή ξάδελφος της μητέρας μου, υπερήλικας τώρα πια, έγραψε υπέροχα ποιήματα για το χωριό μας, με συγκινεί πολύ κάθε φορά που τον βλέπω, νιώθω την αγάπη του και την εκτίμησή του στο πρόσωπό μου... Κοιτάμε τα σπίτια, τ’ αναγνωρίζουμε και προχωράμε, μνήμες και συναισθήματα μας πλημμυρίζουν και η συγκίνηση πολλή. Φτάνουμε έτσι στη συμβολή του δρόμου με την κύρια αρτηρία του χωριού, να το σπίτι του Σταυρή, απέναντι της Ζωούλας με πολλά λουλουδικά και κάκτους ένα σωρό. Σταματάμε απέναντι από την πάροδο προς το πατρικό μου, δίπλα το σπίτι του Φωτή και της Βασιλικής, την είδαμε στην εκκλησία και φώναζε και την κόρη της την Τούλα με δάκρυα στα μάτια να’ ρθεί και αυτή να προλάβει να μας δει. Στην άλλη μεριά του δρόμου το αρχοντικό της γειτονιάς μας, το σπίτι της Μηλίτσας και του Αθανάση με τις υπέροχες καμάρες. Είναι αγνώριστο, σκέφτομαι τις κοπέλες, την Χρυσταλλένη, την Ανδρούλα, την Ανθούλα και τις υπόλοιπες, έξι ήταν τα κορίτσια του Αθανάση και ένας γιος ο Κωστάκης. Πόσα παιχνίδια, πόσα τρεχάματα μέχρι να σουρουπώσει για να χωρίσουμε. Είδα τις κοπέλες προηγουμένως στην εκκλησία και χάρηκε η καρδιά μου. Κοιτάω από την είσοδο, το πηγάδι είναι άφαντο κι ένα παράξενο δέντρο στη θέση του αχυρώνα, όλα ατημέλητα, αγνώριστα, δε θυμίζουν τίποτα από τα παλιά, δε θυμίζουν τίποτα από την πάστρα και την νοικοκυροσύνη της οικογένειας του Αθανάση και της Μηλίτσας.

Η παρέα μας στο καφενείο του σταυροδρομιού ακόμα κουβεντιάζει ανέμελα. Πολλά τα άτομα από την οικογένεια Λαμπρία, είναι και ο Μελής Λαμπρίας ο Συνδικαλιστής που ζούσε στην Αμμόχωστο με τους γιους του, τον ρήμαξε κι αυτόν ο χρόνος. Είναι και οι αδελφές Κατινούλα και Έλλη που το σπίτι τους είναι λίγο πιο κάτω, κι αυτές της ίδιας οικογένειας. Τους πλησιάζουμε, τους χαιρετούμε, η συγκίνηση περισσή από το συναπάντημά μας στα χώματα που μας ανάστησαν...

-Θα πάμε να δούμε και τη γειτονιά σου, λέω στον Κωστάκη και τραβούμε ίσια τώρα, προς το Δημοτικό Σχολείο.

Όλα ίδια, να το σπιτάκι που μέναμε τα πρώτα χρόνια που διορίστηκα στο χωριό, να το σπίτι της Μαρίας του Χρίστου και απέναντι της Ελένης και της Μαρίτσας του Αποστολή. Πιο κάτω είναι το σπίτι του γιού και της κόρης τους, όλα μαζί σ’ ένα τεράστιο τετράγωνο γης. Και απέναντι είναι το σπίτι του Κώστα Ζερβού του Κοινοτάρχη του χωριού μας και της Λένιας, άξιοι και οι δυο αγωνίζονται για την προσφυγοποιημένη κοινότητά μας. Δίπλα είναι το πατρικό του Κωστάκη, το σπίτι της Ελένης και του Ανδρέα του Κώστα. Να και το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μας. Η συγκίνηση με πνίγει... Κτίστηκε επί Αγγλοκρατίας και λειτούργησε το 1952. Βρίσκεται στα ανατολικά του χωριού, στο δρόμο προς τη Βώνη σε μια περιοχή όπου οργίαζε το πράσινο. Περιβόλια με λεμονόδεντρα και συκιές, ελαιώνες και χωράφια με κηπευτικά που ποτίζονταν απ’ τα πλούσια νερά του Κεφαλόβρυσου της Κυθρέας έκαναν το τοπίο να φαντάζει παραδεισένιο. Σε πολύ κοντινή απόσταση, ανάμεσα σε τεράστιους καλαμιώνες ήταν η χαραή, το μέρος δηλαδή όπου χωρίζονταν τα νερά του Κεφαλόβρυσου για να πάνε στα γύρω χωριά. Οι νεροσυρμές παντού δημιουργούσαν πολύχρωμα χαλιά στις όχθες και τις ποταμοσιές της γύρω περιοχής, έτσι που δεν έβλεπες χώμα, παρά μόνο χορτάρι και λουλουδικά, χίλια μύρια χρώματα και μυρωδιές που ανάσαινες και δόξαζες το Θεό.

-Σ’ αυτό το μαγευτικό τοπίο βρίσκεται το σχολείο του χωριού μου όπου εργαζόμουν τα χρόνια πριν την τουρκική εισβολή, λέω και η νοσταλγία με κυριεύει...

Η Βάντα μένει έκθαμβη. Ο Ανδρέας θέλει να βγάλει φωτογραφίες, ν’ απαθανατίσει τη στιγμή, με ρωτά και με ξαναρωτά και σχολιάζει:

-Είναι εγκαταλελειμμένα, το κάγκελο είναι κλειστό με αλυσίδα.

-Λείπει το άγαλμα του Ατατούρκ απ’ το προαύλιο και τα θρανία ειναι έξω ριγμένα στο πλάι, λείπουν και οι τζιτζιφιές, συμπληρώνω με πόνο.

Τους δείχνω την τάξη μου και ταξιδεύω στο τότε... Τότε που οι χαρούμενες φωνές των παιδιών έσμιγαν με τα γλυκά κελαϊδήματα των πουλιών που φώλιαζαν στα φυλλώματα των δέντρων. Η μαγευτική φύση μέρευε τις ψυχές των παιδιών και τα έκανε αγγέλους του Παραδείσου. Φροντισμένα, πεντακάθαρα, υπάκουα, πανέξυπνα, σπιρτάτα, αξιαγάπητα έπαιρναν το δρόμο για το σχολείο κάθε πρωί και απόγευμα με το γλυκό κτύπημα της καμπάνας του Αγίου Χαραλάμπους.

Αργότερα, λίγα χρόνια πριν το 1974 μια ακόμα τάξη προστέθηκε στα ανατολικά του σχολικού κτιρίου. Σ’ αυτήν την τάξη είχα και εγώ την τιμή να εργαστώ με τα παιδάκια της Α’ τάξης τα έξι τελευταία χρόνια πριν την τουρκική εισβολή. Ο Ανδρέας και η Βάντα φωτογραφήθηκαν μαζί μου στην είσοδο του σχολικού κτιρίου.

-Ώρα να γυρίσουμε, μας περιμένουν, είπα με μάτια βουρκωμένα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού, χωρίς να σχολιάσουμε τη σειρά των Supermarkets που έκτισαν οι Τούρκοι απέναντι από το Δημοτικό Σχολείο.

Σταματήσαμε μπροστά στο πατρικό του Κωστάκη καθώς ένας άντρας, φωνάζοντας και χειρονομώντας ερχόταν τρεχτός προς το μέρος μας.

-Κυρία Δώρα, Κυρία Δώρα, περίμενε...

Τον αναγνώρισα αμέσως.

-Είσαι ο Νίκος, του είπα κι αυτός με αγκάλιασε σφιχτά, ανταποκρίθηκα άμεσα, ζούσα στιγμές πολύ συγκινητικές...

Μου σύστησε ένα νεότερο άντρα, ο γιος της Αγαθούλας, πρόσθεσε και δε με άφηνε, ήθελε να φωτογραφηθεί μαζί μου, έδωσε το κινητό του στο νεαρό.

-Βγάλε με με τη δασκάλα μου, φώναζε.

Ένας άλλος φάνηκε από πέρα, απ’ τη μεριά του Δημοτικού Σχολείου.

-Ρε Νίκο, περιμένετέ με... Κυρία Δώρα, φώναζε...

-Έλα, ρε Κούλλη, έλα, απαντούσε ο Νίκος και ήταν συνεπαρμένος απ’ τη συνάντηση.

Καινούργιες αγκαλιές, καινούργιες φωτογραφίες με τον Κούλλη το Ζίγκα...

Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα μας, μας χαιρετούν, κι άλλος μαθητής μου, ο Νίκος ο Καρτακούλλης μου μιλά γεμάτος αγάπη με τους υπόλοιπους, το θείο του το Γιάννη, τη μητέρα του, τη θεία του.

Ο Νίκος, ο Κούλλης, ο Νίκος, πιτσιρίκια της Α’ τάξης ζωντανεύουν μπροστά μου, έτσι τους πήρα μαζί μου και έτσι παρέμειναν για πάντα, πιτσιρίκια έξι χρονών, όπως τότε...

Τότε που το πόδι τους επάτησαν οι βάρβαροι

και τ’ ασήκωτα βαρύ πέλμα του κατακτητή

σκόρπισε τους ανθρώπους...

Τότε που χάθηκε το μύρο των γιασεμιών,

το γέλιο των παιδιών...

Τότε που περίσσεψε ο πόνος και το κλάμα

για τους σκοτωμένους και τους αγνοούμενούς μας...

Και δε σκύψαμε το κεφάλι!

Και σφίζαμε τα χείλη!

Και κάναμε τον πόνο μας τραγούδι!

Και φυτέψαμε ξανά βασιλικό στις γλάστρες!

Όταν φτάσαμε στ’ αυτοκίνητό μας η παρέα ήταν έτοιμη για επιστροφή. Όλοι σιωπηλοί, συγκινημένοι...Συνειδητοποίησα άξαφνα ότι η σημερινή μέρα θα μας συνοδεύει για πάντα και γυρνώντας το κεφάλι πίσω, έριξα μια τελευταία ματιά στο βάθος του δρόμου, προς το φυλάκιο των Τούρκων, εκεί που βρίσκεται το σπίτι μας που δε μ’ άφησαν να δω. Και μονολόγησα σιωπηλά τους στίχους του Θεοδόση Πιερίδη, γιατί η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει πολύ...

-Όχι, εσάς δε σας θέλει τούτη η γη,

δε σας ξέρει.

Όλα εδώ είναι δικά μας!

Τι! Απ’ το κάθε λιθάρι,

απ’ το χώμα, απ’ το δέντρο,

το νερό και τ’ αγέρι

το κορμί μας μια στάλα

για να γίνει έχει πάρει.

Η ψυχή μας επήρε μια πνοή

απ’ το καθένα!

Όλα εδώ είναι δικά μας,

μα για σας, όλα ξένα!

-Άγιε Χαράλαμπε, κάνε το θαύμα Σου, ακούστηκε η παρέα σαν να συμπλήρωνε τους αγαπημένους στίχους...