Ιστορικό

Πληθυσμός

Παραδόσεις
Ο Φόνος του Μαύρου
Εκκλησίες - Ιερείς
Τοπωνύμια
Νομές Νερού
ΣΠΕ Πρόοδος
Πεσόντες
Δολοφονηθέντες
Αγνοούμενοι
Απόλλων
Αυγερινός
Ελιόμυλος
Ανακοινώσεις
Ποιήματα
Φωτογραφίες
 
Παραδόσεις

ΘΥΜΗΣΕΣ

Κι ήρθαν οι χρόνοι δίσεκτοι και στέρεψε η χαρά. Στέρεψε η χαρά και έσβησε το γέλιο από τα χείλη μας. Πικρό το παράπονο, αγιάτρευτες οι πληγές ποτάμι το αίμα και το δάκρυ, βαρύ το τίμημα του χωριού μας. Κι όμως κάποιες θύμησες δεν λεν να μας αφήσουν. Σταμάτησαν εκεί και στριφογυρίζουν στο μυαλό μας, θύμησες τόπων αγαπημένων του χωριού μας, του Νιόχωρκου. «Οι τόποι που παίζαμεν μωρά, οι στράτες του χωρκού μας, κάθε του πέτρα, γειτονιά, ποταμοσιά, ξωκλήσι, εν κάτι που έννεν δυνατόν να βκουν που μες στον νου μας, μόνο του χάρου το σπαθί μπορεί να μας τα σβήσει». Οι στίχοι αυτοί από το ποίημα του Γιώργου Κατσαντώνη : ο καμός του πρόσφυγα είναι αντιπροσωπευτικοί και του δικού μας καημού και της αγάπης μας για το χωριό μας, τις ρίζες μας, κάποια καντούνια, κάπου εκεί, σε μιας γειτόνισσας το κατώφλι κόβαμε φιδέ τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού και μιλούσαμε και γελούσαμε, έτσι απλά, για να περάσουμε τη νύχτα μας. Θύμησες!

Κάποια Μ. Παρασκευή, όπου νωρίς το πρωί έπρεπε να μαζευτούμε οι κοπέλες του χωριού στην εκκλησία του Αγ.Χαραλάμπους για να στολίσουμε τον Επιτάφιο. Και το βράδυ με κατάνυξη και συγκίνηση περιμέναμε ν΄ ακούσουμε το «’ξιον Εστί» και το «Αι γενεαί πάσαι» από αυτοσχέδιες χορωδίες χωριανών μας και τη χορωδία της μ. Αναστασίας που καθημερινά προετοίμαζε με αγάπη. Τόσα χρόνια που πέρασαν και δεν ακούσαμε πιο γλυκιά μελωδία. Και το Μ. Σάββατο. Όλο το χωριό και οι απανταχού Νιοχωρίτες μαζεύονταν στον περίβολο της εκκλησίας για το άναμμα της λαμπρατζιάς, που τα ξύλα της πρόθυμα έφερναν τα κοπέλια του χωριού μας. Τόσα χρόνια μετά κανένα Χριστός Ανέστη, καμιά αναμμένη λαμπάδα δεν μας συγκινεί. Ποιος άραγε από εμάς ξέχασε αυτές τις υπέροχες στιγμές; Θύμησες! Αλήθεια, πόσες είναι αυτές, δέκα, εκατό, χίλιες. Αμέτρητες είναι και αξέχαστες. Και ξεχωρίζουμε και ονειρευόμαστε γιορτές, πρόσωπα αγαπημένα, γεγονότα αξέχαστα. Την καμπάνα του χωριού μας να μας καλεί σε λύπες και χαρές, σε γάμο, σε θάνατο. Ποιος άραγε θα ξεχάσει τους γάμους που γίνονταν στο χωριό μας, το γέμισμα του κρεβατιού το Σάββατο το απόγευμα και το χορό το βράδυ;

Ποιος άραγε δεν θυμάται το « ένα καράβι από τη Χιο» που τραγουδούσε και χόρευε ο Τζιάμπος που πάντα τέλειωνε με το υπέροχο: « Νιόχωρκο και Κυθραία μας, να ζήσει η νεολαία μας. Τόσα χρόνια μετά δεν ακούσαμε πιο γλυκό τραγούδι. Απλοϊκοί, αγνοί καλότατοι Νιοχωρίτες. Γιατί όπου και αν πήγαμε τίποτε δεν μας ευχαριστεί, δεν μας αρέσει, τίποτε δεν είναι σαν το χωριό μας, πάντα κάτι λείπει, γιατί οι λύπες είναι αβάσταχτες και οι χαρές μας λίγες. Γλυκαίνει ο πόνος και διπλασιάζεται η χαρά όταν τα μοιράζεσαι. Και μεις εδώ, τόσα χρόνια μετά, είμαστε ξένοι.Θύμησες κάποιων κλειστών εκκλησιών που περιμένουν βουβές και λυπημένες να λειτουργηθούν ξανά και να γεμίσουν από τον κόσμο τον καλό, τον απλό, τον πονεμένο, τον κόσμο του χωρκού μας, τους αγαπημένους Νιοχωρίτες. Τι κι αν χάλασαν τα σπίτια μας, τι κι αν σύλησαν τις εκκλησίες μας, τι κι αν χορτάριασαν οι τάφοι των αγαπημένων μας. Η γη δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν και να φύγουν. Κι εμάς εδώ μας κρατούν οι θύμησες, η πίστη και περιμένουμε την άγια ώρα της επιστροφής στο όμορφο και αγαπημένο μας χωριό. Θα ξαναφτιάξουμε τα σπίτια μας, θα ξαναλειτουργήσουμε τις εκκλησιές μας, θα ανάψουμε τα σβηστά καντήλια στα μνήματα των δικών μας, θ΄ανάψω το σβησμένο σου καντήλι, αγαπημένε κι αδικοσκοτωμένε αδελφέ μου.

Λένια Ζερβού-Λαμπρία